Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Ποίηση Πυροβολάκη Αντώνη


Το ταγκό του αποχαιρετισμού


Ένας περίβολος μ' ευκαλύπτους
κι εμείς παιδιά στοιχειά του ήλιου
χαλούσαμε τις χελιδονοφωλιές
κι ύστερα του Θεού η παλίρροια αρμένιζε τα δάκρυα μας.
Αγέρηδες , του χάους σπαραγμοί
κι ένα ροδόνερο στο ποτιστήρι της φευγάτης άνοιξης
μύρωναν τους ίλιγγους αποκαθηλωμένων σιδηροτροχιών που τέλειωναν σ' ολάνθιστα ερέβη.

Η τρυφερή νυχτιά φυλάκιζε μια αθανασία στου καλοκαιριού το συρματόπλεκτο ιδρώτα,
μα εγώ αγάπησα το ψυχορράγημα της μαργαρίτας
τη θλίψη του χαμού μίας δροσοσταλιάς στο μένος του αρχιπελάγους.

Μ' ένα τρικάταρτο σάλπαρα για τ' αστέρια,
η καταχνιά της απουσίας σε κοιμητήρια δακτυλικά αποτυπώματα του μάταιου
εκπαραθυρωνόταν από τους ουρανοξύστες μιας ζωής χρυσής κερήθρας,
ενώ τα όνειρα στη πίστα της σελήνης χόρευαν το ταγκό του αποχαιρετισμού.

Ύστερα ήρθαν οι ρυτίδες να παλέψουν με την ομορφιά,
ύστερα ήρθαν γκρίζα σύννεφα μαράζια του αιθέρα
και οι μονές των τροπικών γέμισαν με κλάματα, προσευχητάρια των μουσώνων,
σφαγμένα ψιθυρίσματα του διηνεκούς,
που καταύγαζαν ροδώνες στις καρδιές
και άγγιζαν το άυλο σαν την οσμή της λήθης.

Η αγάπη δεν αργεί, τελειώνει σαν νεροποντή,
που υγραίνει χώματα και σώματα ατλάζια.

Η λύσσα των αναπνοών δαγκώνει τις φέτες των λευκών μαρμάρων
γδέρνει φιλιά από των άγνωστων τα χείλη,
είναι σαν την φαλτσέτα μίας λεύκας που ανατέμνει τους αόρατους αλήτες του Αιόλου,
είναι σαν μία χιονοστιβάδα προσφυγιά σε διάπυρες κολάσεις.

Η σκοτεινιά γλυκέ μου φίλε, η σκοτεινιά,
μία κουβέρτα που θα μας κοιμίσει στις αγκάλες του απείρου.


Ύστερα η πόρτα κλείνει και η σκόνη αρχινά τη ξέφρενη γιορτή της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: